Πτυχές από τη ζωή του Στρατηγού Γρίβα.
Ο Γεώργιος Γρίβας γεννήθηκε στο σπίτι της γιαγιάς του Κατίνας Χατζημιχαήλ, στην οδό Αξιοθέας 10, στη Χρυσαλινιώτισσα, και όχι στο Τρίκωμο κατά την επικρατούσα άποψη. Είχε πατέρα τον Θεόδωρο Ιωάννη, έμπορο σιτηρών από το Τρίκωμο και μητέρα την Καλομοίρα Μιχαήλ Καζαντζή, από τη Λευκωσία. Η μόνιμη κατοικία τους ήταν στο Τρίκωμο. Ο Γεώργιος γεννήθηκε, όμως, στη Λευκωσία, γιατί όταν η μάνα του έχασε το πρώτο της παιδί στη γέννα της στο Τρίκωμο, ένεκα έλλειψης ιατρικής φροντίδας, επέμενε να γεννά τα επόμενα παιδιά της στο σπίτι της μητέρας της, Κατίνας.
Ημερομηνία γέννησης του Γεωργίου, όπως ανακάλυψε ο συγγραφέας, ήταν η 6η Ιουνίου 1897 του Γρηγοριανού (Νέου) ημερολογίου. Το ότι ο ίδιος ο Στρατηγός δήλωνε ως ημερομηνία γέννησής του τις 24 Μαΐου 1898 μπορεί να δικαιολογηθεί με το ότι σε αντίθεση με την Αγγλία, η Ελλάδα και η Κύπρος χρησιμοποιούσαν ακόμα το Ιουλιανό (Παλιό) ημερολόγιο. Αυτό εξηγεί τη διαφορά 13 ημερών. Η διαφορά όμως ενός έτους παραμένει ανεξήγητη.
Πήρε το όνομα του θείου του Γεωργίου Χατζημιχαήλ, που έφυγε το 1897, μαζί με άλλους Κυπρίους νέους για να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της αδελφής μεγαλονήσου Κρήτης από τον τουρκικό ζυγό.
Ο Γεώργιος Γρίβας φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Τρικώμου και στη συνέχεια στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (1909-1915) γαλουχούμενος με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Έμενε με τη γιαγιά του στον Άγιο Κασσιανό (Χρυσαλινιώτισσα). Ήταν άριστος μαθητής αλλά και καλός αθλητής. Είχε συμμαθητή και φίλο του τον Μιχαήλ Χατζηδημητρίου (μετέπειτα ποιητή γνωστό ως Γλαύκος Αλιθέρσης) τον οποίο θαύμαζε, γιατί, ενώ ήταν μαθητής της Δ΄τάξης, το 1913, δραπέτης από το πατρικό του σπίτι κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό να πολεμήσει εναντίον των Βουλγάρων.
Όταν ο Γεώργιος αποφοιτούσε από το γυμνάσιο τον Ιούνιο 1915 είχε πάρει απόφαση να γίνει αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Παρά τις αντιδράσεις των γονιών του, που τον ήθελαν να γίνει γιατρός, και τα επιχειρήματα και κλάματα της μητέρας του για τους κινδύνους της στρατιωτικής ζωής, το είχε ξεκαθαρίσει: είτε αξιωματικός ή γεωργός στα πατρικά κτήματα. Τελικά, όταν είδαν πως δεν άλλαζε γνώμη, του έδωσαν την ευχή τους και αναχώρησε για την Αθήνα, όπου έδωσε εξετάσεις για τη Σχολή Ευελπίδων και ενώ ο ίδιος πέτυχε, ο συμμαθητής του Αλιθέρσης, παρά την πολεμική του πείρα, απέτυχε.
Το 1919, ενώ φοιτούσε στη Σχολή, ο εύελπις Γρίβας πήρε γράμμα από τις αδελφές του ότι αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε ο πατέρας τους από τη μολυσματική αρρώστια άνθρακας.
Στις 27 Ιουλίου 1919 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ως ανθυπολοχαγός και στις 26 Αυγούστου τοποθετείται στο 30ο Σύνταγμα Πεζικού στη Μακεδονία. Αμέσως μετά την ορκωμοσία του, αναχωρεί για το μέτωπο της Μικράς Ασίας.
Ως αξιωματικός του 30ου Συντάγματος Πεζικού της 10ης (Χ) Μεραρχίας λαμβάνει μέρος στις μάχες εναντίον του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ: από τη Σμύρνη στην Πάνορμο (Ιούνιος 1920), στην Προύσα (Αύγουστος 1920), στο Εσκή Σεχήρ (Ιούλιος 1921) και προς Άγκυρα (Αύγουστος 1921). Ήταν ανάμεσα στους άνδρες της Χ Μεραρχίας που πέρασαν τον Σαγγάριο ποταμό, κάπου 70 χλμ από την Άγκυρα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου η Στρατιά Μικράς Ασίας, ένεκα σφοδρότατων επιθέσεων των Τούρκων υποχωρεί δυτικά του Σαγγάριου. Τελικά, υποχωρώντας, οι ελληνικές δυνάμεις αποδεκατίζονται και η Μικρασιατική εκστρατεία καταλήγει σε καταστροφή. Το 30ο Σύνταγμα του ανθυπολοχαγού Γρίβα δίνει την τελευταία μάχη στην Πάνορμο.
Για την ανδρεία που επέδειξε στη Μικρά Ασία, ο Γρίβας τιμάται με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας και τον Μεγαλόσταυρο Γεωργίου Α', τοποθετείται στη Θράκη, προβιβάζεται σε υπολοχαγό (1923) και αμέσως παίρνει μετάθεση στο Επιτελείο της Χ Μεραρχίας. Ενώ υπηρετούσε στη Μακεδονία, στις 14 Νοεμβρίου 1924 πήρε την ελληνική υπηκοότητα. Ο Γρίβας διακρίνεται για την αφοσίωσή του στο στρατιωτικό του επάγγελμα, την αυστηρότητα και τη συνεχή προσπάθειά του να πετύχει στην αποστολή του. Τον Σεπτέμβριο 1925 προβιβάζεται σε λοχαγό και αναλαμβάνει καθήκοντα διοικητή της Φρουράς Κομοτηνής. Τον επόμενο χρόνο φοιτά στη Σχολή Εφαρμογών Λοχαγών Πεζικού και το 1927 αναχωρεί για το Παρίσι για φοίτηση στη Σχολή Πολέμου της Γαλλίας. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, τοποθετείται σε διάφορες μονάδες και φοιτά σε διάφορες σχολές. Το 1931 φοιτά ξανά στη Σχολή Πολέμου της Γαλλίας και εκεί γνωρίζεται και συνάπτει φιλία με τον στρατιωτικό ακόλουθο της Ελλάδας Σοφοκλή Βενιζέλο, γιο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 1935 προβιβάζεται σε ταγματάρχη και διορίζεται καθηγητής Γενικής Τακτικής στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου της Ελλάδας.
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Γρίβας επισκέφθηκε τη γενέτειρά του Κύπρο μόνο δύο φορές: Το 1929 και το 1934. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του κινδύνεψε να πεθάνει από τη θανατηφόρα ασθένεια άνθρακας και γλίτωσε μόνο όταν δέχτηκε να του κάψει ο γιατρός με πυρωμένο σίδερο τη μολυσμένη φουσκάλα στο άνω χείλος!
Το 1936 ο ταγματάρχης Γρίβας γνωρίζεται με τη Βασιλική Ντέκα, την οποία αρραβωνιάζεται το επόμενο έτος και παντρεύεται το 1938.
Το Αλβανικό έπος αποτελεί μια άλλη τιμημένη Σελίδα στη ζωή του ταγματάρχη Γρίβα, ο οποίος το καλοκαίρι του 1940 υπηρετούσε στο 3ο Επιτελικό Γραφείο Επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου, όπου είχε την εμπιστοσύνη του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου. Η 28η Οκτωβρίου 1940 βρήκε τον Γρίβα στη μικρή επιτελική ομάδα του Παπάγου να επεξεργάζεται πυρετωδώς τα σχέδια άμυνας του Ελληνικού Στρατού στην Ήπειρο, ενώπιον της ιταλικής επιδρομής. Τον Δεκέμβριο ο Παπάγος εγκατέστησε το Γενικό Στρατηγείο του στα Ιωάννινα, μαζί και ο ταγματάρχης Γρίβας, που επανειλημμένα ζητούσε μετάθεση στην πρώτη γραμμή. Τελικά στις 19 Δεκεμβρίου προβιβάζεται σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετείται ως επιτελάρχης της 2ης Μεραρχίας, η οποία δρούσε πέρα από τα Αλβανικά σύνορα, πλησίον του Αργυρόκαστρου. Εκεί υπό τον γηραιό υποστράτηγο Γεώργιο Λάμβδα έγινε η ψυχή της Μεραρχίας, περιοδεύοντας με άλογο το μέτωπο μέρα και νύχτα. Ένεκα της ηρωικής δράσης της η Μεραρχία αυτή, με 282 νεκρούς και 746 τραυματίες, έμεινε γνωστή ως η «Σιδηρά Μεραρχία», αφού προέλασε προς Πέτανι, Γκόλικο και Λέκλι. Τελικά, μετά την Γερμανική επίθεση της 6ης Απριλίου 1941, παρά την ηρωική αντίσταση, η Ελλάδα συνθηκολογεί και η 2η Μεραρχία επιστρέφει στη βάση της, στην Αθήνα.
Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, ο αντισυνταγματάρχης Γρίβας, ιδρύει τη μυστική αντικατοχική οργάνωση Χ, η οποία, μαζί με άλλες 12 οργανώσεις της δεξιάς, είχαν ως αντικειμενικό στόχο την παροχή πληροφοριών στους συμμάχους για τα στρατόπεδα, τις κινήσεις και τις αποθήκες οπλισμού των Γερμανών και Ιταλών και την εξύψωση του ηθικού του λαού. Στόχος τους δεν ήταν οι εκτελέσεις Γερμανών εντός της Αθήνας ένεκα των τρομερών αντιποίνων, αλλά η προπαρασκευή συνθηκών για αποβίβαση των Συμμαχικών Δυνάμεων. Από το 1943 οι Γερμανοί καταζητούν τον Γρίβα και τον θέλουν ζωντανό ή νεκρό. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ο Γρίβας και οι άνδρες του αμύνονται στο Θησείο και αποτρέπουν την κατάληψη του κέντρου της Αθήνας από τους κομμουνιστές του ΕΛΑΣ, μέχρι την άφιξη Αγγλικών στρατευμάτων. Με την άφιξη της νέας μεταπολεμικής κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Γρίβας του παρέχει την πλήρη υποστήριξή του.
Το 1945 αποστρατεύεται κατόπιν αίτησής του και ιδρύει το κόμμα των Χιτών, το οποίο όμως δεν κατάφερε να εκλέξει αντιπρόσωπο στη Βουλή.
Από το 1948 ο Γεώργιος Γρίβας καταρτίζει σχέδια απελευθέρωσης της γενέτειράς του Κύπρου από τη Βρετανική κυριαρχία και ως μέλος της μυστικής Επιτροπής Ενωτικού Αγώνος Κύπρου στην Αθήνα, μεταβαίνει το 1951 και 1952 στο νησί για να διερευνήσει πόσο εφικτό ήταν ένα ένοπλο απελευθερωτικό κίνημα. Διαπίστωσε ότι το έδαφος δεν προσφερόταν μόνο για ανταρτοπόλεμο αλλά περισσότερο για δράση εντός των πόλεων και στην ύπαιθρο και ότι οι Κύπριοι ήταν εντελώς απειροπόλεμοι, αλλά είχαν ακμαίο ηθικό. Έτσι στις 10 Νοεμβρίου 1954 φτάνει μυστικά με καράβι στη Χλώρακα Πάφου. Ευθύς αμέσως αρχίζει τη μύηση και εκπαίδευση των μελών της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ). Δρα με μυστικότητα υπό το ψευδώνυμο Διγενής, από διάφορες οικίες στη Λευκωσία και την 0.30 ώρα της 1ης Απριλίου 1955 δίνει εντολή στα 50 περίπου μέλη της Οργάνωσης για έναρξη του αγώνα με ανατινάξεις του ραδιοφωνικού σταθμού, και άλλων κυβερνητικών κτηρίων και με τη γνωστή προκήρυξη «Με τη βοήθειαν του Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με την συμπαράστασιν ολοκλήρου του Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα διά την αποτίναξιν του Αγγλικού ζυγού...» Κατά τα επόμενα τέσσερα χρόνια, ο Διγενής διέγειρε τις ψυχές των Ελλήνων της Κύπρου και ολόκληρου του Έθνους, έτσι που εννέα νέοι βάδισαν στην αγχόνη τραγουδώντας και άλλοι 195, μεταξύ τους οι Αυξεντίου, Λένας, Δράκος, Μάτσης, Παρίδης, Πίττας, Παπακυριακού, Κάρυος και Χρίστος Σαμάρας έπεσαν μαχόμενοι για την ελευθερία και την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Με τη δράση της ΕΟΚΑ και του λαού, ο Διγενής κατέστησε την Κύπρο μη κυβερνήσιμη αποικία για τους Άγγλους. Και όμως οι πολιτικοί ηγέτες Κύπρου και Ελλάδας, υπέγραψαν στις 19 Φεβρουαρίου 1959, τις Συμφωνίες Ζυρίχης -Λονδίνου που αποτελούσαν για την Ελληνική πλευρά μια πολιτική ήττα. Χωρίς να γνωρίζει τις λεπτομέρειες, απρόθυμα και για να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο ο Διγενής αποδέχτηκε τις Συμφωνίες και αποχώρησε από την Κύπρο. Φτάνοντας στην Αθήνα έτυχε υποδοχή ήρωα και η Βουλή των Ελλήνων τον ανακήρυξε «Άξιον της Πατρίδος», τίτλο που είχε απονείμει μέχρι τότε μόνο στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Με την Τουρκανταρσία του 1963 και τις απειλές της Τουρκίας για επέμβαση, ο Στρατηγός Γρίβας επανέρχεται στην Κύπρο και αναλαμβάνει να εδραιώσει την άμυνα του νησιού. Μέσα σε τρία χρόνια κατέστησε την Κύπρο απόρθητο κάστρο με την άφιξη Ελληνικού Στρατού και οπλισμού. Εκδιώκεται, όμως, τόσο ο ίδιος όσο και η Ελληνική Μεραρχία με τη σκευωρία της Κοφίνου το 1967 και περιορίζεται στην Αθήνα, όπου οργανώνει μυστικά μια αντιχουντική κίνηση. Το 1971 ξεφεύγει ξανά του περιορισμού και φτάνει μυστικά στην Κύπρο, όπου ιδρύει την ΕΟΚΑ Β για τρεις λόγους: να υπερασπίσει τους διωκόμενους ενωτικούς, να μη επιτρέψει λύση η οποία θα απέκλειε το δικαίωμα του κυπριακού λαού να αποφασίσει το μέλλον του και να εξαναγκάσει τον Μακάριο να επαναφέρει το Κυπριακό στη γραμμή της αυτοδιάθεσης. Πέθανε στο σπίτι όπου κρυβόταν κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ στη Λεμεσό, από καρδιακή προσβολή, στις 27 Ιανουαρίου 1974. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος κήρυξε τριήμερο πένθος και η Κυπριακή Βουλή τον ανακήρυξε «Άξιον τέκνον της ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος Κύπρου». Δεκάδες χιλιάδες λαού παρέστησαν στην κηδεία του και τον τίμησαν ως απελευθερωτή της πατρίδας του από τον Αγγλικό ζυγό και για την προσφορά του στο έθνος των Ελλήνων.
Λεωνίδας Λεωνίδου
συγγραφέας - ερευνητής
βιογράφος Στρατηγού Γρίβα
Λονδίνο
Φεβουάριος 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχόλια σας να είναι κόσμια. Υβριστικά, ανθελληνικά και σχόλια με greeklish, θα διαγράφονται.