ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΤΟΠΙΚΟ ΥΠΑΡΚΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΥΠΑΡΚΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ!
Ο όρος "υπαρκτός σοσιαλισμός" καθιερώθηκε την εποχή του Μπρέζνιεφ στη Σοβιετική Ένωση για να διαχωρίσει τον πραγματικό, υφιστάμενο σοσιαλισμό που είχε εφαρμοστεί στην πράξη από τη θεωρητική και ουτοπική ιδέα του διεθνιστικού σοσιαλισμού όπως την διατύπωσαν οι Μαρξ και Ένγκελς. Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η εν ελλάδι αριστερά επικαλούνταν συχνά τον όρο υπαρκτός σοσιαλισμός, αναφερόμενη στα πολιτικά και οικονομικά συστήματα που είχαν διαμορφωθεί στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. Ήταν η προσπάθεια να αντιπαρατεθεί ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο στον καπιταλισμό, με κεντρικό στοιχείο την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας. Ένα μοντέλο που παρουσιάστηκε ως εναλλακτική πρόταση απέναντι στην κυριαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά το οποίο, στην εφαρμογή του, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα και τελικά κατέρρευσε στις περισσότερες χώρες όπου εφαρμόστηκε.
Η πραγματική οικονομική ανεξαρτησία των λαών δεν κατακτάται με ισοπέδωση των τάξεων ούτε φυσικά με τον κομμουνισμό. Χτίζεται με την ολική συνεργασία του έθνους με κοινό όραμα, με την παραγωγή, την αυτάρκεια και εν τέλει την απελευθέρωση του ανθρώπου από την δουλεία των διεθνών τραπεζιτών.
Σήμερα, όμως, οφείλουμε ως Εθνικοί Κοινωνιστές να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα. Τι θα σήμαινε να μιλήσουμε για έναν «υπαρκτό εθνικό σοσιαλισμό» όχι ως ένα σύνθημα πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά ως ένα σύστημα οικονομικών σχέσεων που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη; Τι θα σήμαινε να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την οικονομική ανεξαρτησία ως μια υπόσχεση για το μέλλον και να αρχίσουμε να τη δημιουργούμε με τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα;
Η απάντηση βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, στον τρόπο με τον οποίο ζει ο καθένας από εμάς, πως παράγουμε, καταναλώνουμε και οργανώνουμε γενικότερα την καθημερινή μας ζωή.
Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος, αλλά η καθημερινότητά του εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από μηχανισμούς τους οποίους δεν ελέγχει. Εργάζεται για να πληρώνει το ενοίκιο ή το στεγαστικό του δάνειο, αγοράζει την τροφή του από τις μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου, εξαρτάται από τις τράπεζες για την απόκτηση μιας κατοικίας και συχνά αναγκάζεται να δανειστεί ακόμη και για να καλύψει βασικές ανάγκες.
Ο μισθός έρχεται και φεύγει. Οι λογαριασμοί συσσωρεύονται. Οι τιμές καθορίζουν τι θα μπει στο οικογενειακό τραπέζι. Η παραγωγή της τροφής, η μεταποίησή της, η μεταφορά και η διάθεσή της συγκεντρώνονται σε ολοένα μεγαλύτερα οικονομικά δίκτυα, ενώ ο απλός άνθρωπος απομακρύνεται από τη δυνατότητα να καλύπτει μόνος του έστω ένα μέρος των αναγκών του. Και σε όλο αυτό το δυστοπικό περιβάλλον πρέπει να τονίσουμε ότι πολίτης εξαρτάται πλέον και από τις προθέσεις της κυβέρνησης. Θυμάστε τι έγινε επί ΣΥΡΙΖΑ με τις τράπεζες. Το ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον με τα καύσιμα ή και με τα τρόφιμα.
Αυτό φυσικά είναι μια από τις βαθύτερες αντιφάσεις του σύγχρονου οικονομικού συστήματος. Ο άνθρωπος διαθέτει περισσότερα τεχνολογικά μέσα από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή, αλλά συχνά έχει χάσει την πρακτική δυνατότητα να εξασφαλίζει τα στοιχειώδη χωρίς τη διαμεσολάβηση της αγοράς. Και εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Μπορεί να υπάρξει ουσιαστική οικονομική ανεξαρτησία όταν κάθε βασική ανάγκη εξαρτάται από την αγορά και κάθε οικονομική δυσκολία αντιμετωπίζεται με την αναζήτηση περισσότερου χρήματος;
Η οικονομική ανεξαρτησία δεν βρίσκεται στην θεωρία. Βρίσκεται στο εργαστήριο, στο μικρό αγρόκτημα, στο συνεργείο, στην οικοτεχνία και σε κάθε χώρο όπου ο άνθρωπος δημιουργεί κάτι χρήσιμο με την εργασία του. Ένα χωριό που παράγει μέρος των τροφίμων του, διαθέτει τεχνίτες, επισκευάζει τα εργαλεία του και οργανώνει τη συνεργασία των κατοίκων του, έχει περισσότερες δυνατότητες να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση από μια αστική κοινότητα που εξαρτάται αποκλειστικά από την εξωτερική αγορά.
Μια οικογένεια που καλλιεργεί τα λαχανικά της, παράγει το ελαιόλαδό της ή εκτρέφει ζώα για ένα μέρος των διατροφικών της αναγκών δεν παύει να χρειάζεται χρήματα. Περιορίζει, όμως, το ποσό που είναι υποχρεωμένη να δαπανήσει για να επιβιώσει. Ένας τεχνίτης που επισκευάζει μηχανήματα, ένας ξυλουργός που κατασκευάζει έπιπλα, ένας παραγωγός που μεταποιεί τα προϊόντα του και μια ομάδα ανθρώπων που μοιράζεται εξοπλισμό, γνώσεις και εργασία δημιουργούν κάτι πολύ σημαντικότερο από μια απλή οικονομική δραστηριότητα. Δημιουργούν πραγματικές δυνατότητες ανεξαρτησίας. Αυτός είναι ο πυρήνας μιας παραγωγικής αντίληψης για την κοινωνία. Η εργασία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μέσο απόκτησης μισθού, αλλά και ως δύναμη δημιουργίας αγαθών, υποδομών και σχέσεων αμοιβαίας εξυπηρέτησης.
Και κάπως έτσι το χωριό ή ένας μικρός οικισμός αποκτάει ξανά ιδιαίτερη σημασία. Οι μεγάλες αστικές πόλεις έχουν συγκεντρώσει πληθυσμό, υπηρεσίες, εμπόριο και βιομηχανικές δραστηριότητες. Παράλληλα, όμως, έχουν δημιουργήσει μια καθημερινότητα στην οποία η επιβίωση εξαρτάται ολοκληρωτικά από το εισόδημα και την οργανωμένη αγορά. Ο κάτοικος μιας πολυκατοικίας δεν μπορεί να παράγει την τροφή του, να αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες προϊόντων ή να αναπτύξει μια μικρή παραγωγική δραστηριότητα. Για κάθε διατροφική ανάγκη του πρέπει να απευθυνθεί στα σούπερμάρκετ.
Στην ύπαιθρο, οι δυνατότητες είναι διαφορετικές. Η γη, ακόμη και όταν είναι περιορισμένη, μπορεί να προσφέρει χώρο για καλλιέργεια. Μια μικρή αποθήκη μπορεί να γίνει εργαστήριο. Ένας στάβλος μπορεί να φιλοξενήσει μια περιορισμένη εκτροφή. Ένα παλιό αγροτικό κτίσμα μπορεί να μετατραπεί σε χώρο συντήρησης εργαλείων ή επεξεργασίας προϊόντων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το χωριό αποτελεί από μόνο του λύση για κάθε κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Ούτε ότι η πόλη είναι καταδικασμένη να παραμείνει αποκλειστικά καταναλωτική. Η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει ακόμη και σε αστικές κοινότητες να αναπτύξουν συλλογικούς κήπους, εργαστήρια επισκευών, συνεταιρισμούς και δίκτυα αλληλοβοήθειας.
Σημαίνει, όμως, ότι η ύπαιθρος προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: τη δυνατότητα να συνδεθεί άμεσα η εργασία με την παραγωγή βασικών αγαθών.
Εάν θέλουμε να μιλάμε για μια κοινωνία που διεκδικεί μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην οικονομική της ζωή, πρέπει να ξαναδώσουμε αξία στον πρωτογενή τομέα, στη μικρή παραγωγή, στην τεχνική γνώση και στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων. Όχι ως επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά ως σύγχρονη στρατηγική για το μέλλον.
Και δεν είναι μόνο η παραγωγή για την κατανάλωση. Ας υποθέσουμε ότι μια μικρή κοινότητα αποτελείται από έναν κτηνοτρόφο, έναν παραγωγό δημητριακών, έναν μελισσοκόμο, έναν μηχανικό και έναν ξυλουργό. Ο καθένας διαθέτει διαφορετικές γνώσεις, διαφορετικά εργαλεία και διαφορετικές παραγωγικές δυνατότητες. Εάν όλοι υποχρεώνονται να πωλούν τα προϊόντα τους, να εισπράττουν χρήματα και στη συνέχεια να αγοράζουν από την αγορά οτιδήποτε χρειάζονται, κάθε συναλλαγή εξαρτάται από τις τιμές που επικρατούν.
Εάν, όμως, οργανώσουν ένα δίκτυο αμοιβαίας συνεργασίας, μπορούν να ανταλλάσσουν ένα μέρος των προϊόντων και των υπηρεσιών τους. Ο κτηνοτρόφος μπορεί να διαθέτει προϊόντα στον παραγωγό δημητριακών, ο ξυλουργός να κατασκευάζει ή να επισκευάζει εξοπλισμό και ο μηχανικός να προσφέρει τεχνική εργασία. Οι συναλλαγές μπορούν να πραγματοποιούνται με άμεση ανταλλαγή, με συμφωνημένες μονάδες αμοιβαίας πίστωσης ή με άλλες διαφανείς μορφές κοινοτικής συνεργασίας.Έτσι, ένα μέρος των αναγκών καλύπτεται χωρίς να απαιτείται χρηματική πληρωμή σε κάθε επιμέρους συναλλαγή.
Αυτό δεν καταργεί φυσικά το χρήμα, ούτε εξασφαλίζει πλήρη αυτάρκεια. Τα φάρμακα, τα καύσιμα, ο ηλεκτρικός εξοπλισμός, οι φόροι και πολλά άλλα αγαθά εξακολουθούν να απαιτούν πρόσβαση στην ευρύτερη οικονομία. Η ανταλλακτική οικονομία, όμως, μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από αυτήν, να ενισχύσει τις τοπικές σχέσεις εμπιστοσύνης και να κρατήσει μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής αξίας μέσα στην κοινότητα.
Εδώ βρίσκεται μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη διαμαρτυρία για ένα οικονομικό σύστημα και στην προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών οικονομικών σχέσεων η οποία μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό εθνικό και υπαρκτό σοσιαλισμό, έστω και σε τοπικό επίπεδο.
Και εδώ αρχίζει ο φόβος του συστήματος. Οι διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι πολιτικές διεκδικήσεις αποτελούν ιστορικά σημαντικά εργαλεία κοινωνικής πίεσης. Δεν υπάρχει λόγος να υποτιμάται η αξία τους. Ωστόσο, η διαμαρτυρία από μόνη της δεν δημιουργεί τρόφιμα, δεν παράγει ενέργεια και δεν εξασφαλίζει την καθημερινή επιβίωση μιας οικογένειας. Η βαθύτερη πρόκληση για ένα οικονομικό σύστημα που στηρίζεται στην αδιάκοπη κυκλοφορία του χρήματος είναι η ανάπτυξη πραγματικών δυνατοτήτων παραγωγής και συνεργασίας έξω από τα συνηθισμένα εμπορικά κανάλια που συνεπάγεται η παράκαμψη -έστω και εν μέρει, τελικά του υφιστάμενου οικονομικού συστήματος.
Όταν μια οικογένεια μπορεί να καλύψει ένα μέρος των διατροφικών της αναγκών από τη δική της παραγωγή, χρειάζεται λιγότερα χρήματα για αυτόν τον σκοπό. Όταν μια κοινότητα διαθέτει δίκτυο ανταλλαγής προϊόντων και υπηρεσιών, μειώνει την ανάγκη να προσφεύγει στην αγορά για κάθε μικρή ανάγκη. Όταν οι παραγωγοί συνεργάζονται για την αποθήκευση, τη μεταφορά και τη διάθεση των προϊόντων τους, μπορούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ισχυρούς μεσάζοντες.
Η οικονομική δύναμη μιας κοινότητας δεν μετριέται μόνο από το πόσα χρήματα διαθέτουν τα μέλη της, αλλά και από το πόσα χρήσιμα αγαθά και υπηρεσίες μπορούν να παράγουν, να συντηρούν και να ανταλλάσσουν.
Αυτή η κατεύθυνση δεν απαιτεί απομόνωση από την υπόλοιπη κοινωνία. Απαιτεί οργάνωση, παραγωγική γνώση, εμπιστοσύνη, διαφάνεια και σταθερούς κανόνες συνεργασίας.
Εάν θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά για έναν υπαρκτό εθνικό σοσιαλισμό, οφείλουμε πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν αρκεί να επικαλούμαστε την Πατρίδα, την εθνική κοινωνική δικαιοσύνη ή την εθνική παραγωγή. Οι έννοιες αυτές αποκτούν ουσία μόνο όταν μετατρέπονται σε συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές πρακτικές. Χρειάζονται μικρές παραγωγικές μονάδες, συνεργατικά σχήματα, δίκτυα ανταλλαγής, τεχνική εκπαίδευση, αξιοποίηση της εγκαταλελειμμένης γης και ουσιαστική σύνδεση του παραγωγού με τον καταναλωτή. Χρειάζεται, επίσης, να διασφαλίζεται ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτές τις προσπάθειες απολαμβάνουν δίκαιους όρους εργασίας, ελεύθερη συμμετοχή και διαφανείς διαδικασίες. Η παραγωγική αυτάρκεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί με συνθήματα ούτε με την εξιδανίκευση της φτώχειας. Απαιτεί κεφάλαιο, εργαλεία, υποδομές, γνώση και συλλογική προσπάθεια. Απαιτεί ακόμη την αναγνώριση ότι κανένα χωριό και καμία κοινότητα δεν μπορούν να παράγουν τα πάντα. Η πραγματική ανθεκτικότητα προκύπτει από τη συνεργασία διαφορετικών παραγωγικών μονάδων και όχι από την αυτάρκεια του καθενός απομονωμένα.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν σχέσεις στις οποίες ο άνθρωπος δεν θα είναι απλώς ένας εργαζόμενος που πουλά τον χρόνο του και ένας καταναλωτής που αγοράζει όσα χρειάζεται, αλλά ένας ενεργός παραγωγός που συμμετέχει στη διαμόρφωση της οικονομικής ζωής της κοινότητάς του.
Το ερώτημα για τη δική μας εποχή δεν είναι απλώς πως θα ευαγγελιζόμαστε έναν εθνικό σοσιαλισμό αλλά πως θα δώσουμε ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα και θα κάνουμε την οικονομική ανεξαρτησία χειροπιαστή στην καθημερινή ζωή μας.
Για έναν άνθρωπο που ζει στην ύπαιθρο, αυτό μπορεί να σημαίνει την καλλιέργεια ενός χωραφιού, την εκτροφή λίγων ζώων, την παραγωγή τροφίμων και τη συνεργασία με άλλους παραγωγούς. Για έναν άνθρωπο της πόλης, μπορεί να σημαίνει τη συμμετοχή σε έναν συνεταιρισμό, ένα συλλογικό εργαστήριο ή ένα δίκτυο ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών.
Το κοινό στοιχείο είναι η προσπάθεια να μειωθεί η εξάρτηση από μηχανισμούς που ο άνθρωπος δεν ελέγχει και να αυξηθεί η δυνατότητά του να συμμετέχει άμεσα στην παραγωγή και στη διανομή του πλούτου που δημιουργεί.
Ίσως η ουσιαστική ελευθερία δεν εξαντλείται στο δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι. Περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να παράγεις, να δημιουργείς, να συνεργάζεσαι και να καλύπτεις ένα μέρος των αναγκών σου χωρίς να εξαρτάσαι για τα πάντα από το πορτοφόλι σου. Το πιο ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο χρήμα έχουμε, αλλά πόσα μπορούμε να δημιουργήσουμε χωρίς να χρειάζεται να αγοράζουμε τα πάντα.
Εκεί αρχίζει η συζήτηση για μια πραγματική παραγωγική ανεξαρτησία. Εκεί η πολιτική θεωρία συναντά την καθημερινή πράξη. Και εκεί κάθε ιδέα που υπόσχεται μια διαφορετική κοινωνία καλείται να αποδείξει την αξία της όχι μόνο με τα λόγια, αλλά με όσα είναι ικανή να οικοδομήσει.
Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν ουτοπικά ή πολύ δύσκολα να εφαρμοστούν. Όμως η ανταλλακτική οικονομία και η πρωτογενή παραγωγή είναι το μοναδικό όπλο μας απέναντι στον κρατικό τέρας της μεταπολίτευσης που έχει γίνει το καλύτερο όργανο του διεθνούς κεφαλαίου.
Ίσως πάλι το μέλλον των Εθνικιστών να μην είναι τίποτα άλλο από το γκέτο. Ίδωμεν!
Ανδρέας Γενιάς Αρχηγός του ΕΠΚ ΙΕΡΟΣ ΛΟΧΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε τα σχόλια σας να είναι κόσμια. Υβριστικά, ανθελληνικά και σχόλια με greeklish, θα διαγράφονται.